λάμια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | λάμια | οι | λάμιες |
| γενική | της | λάμιας | — | |
| αιτιατική | τη | λάμια | τις | λάμιες |
| κλητική | λάμια | λάμιες | ||
| Προφέρεται με συνίζηση στην κατάληξη ως παροξύτονο. Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λάμια < αρχαία ελληνική λάμια
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λάμια θηλυκό
- (μυθολογία) τέρας που έπλασε η λαϊκή φαντασία με μορφή γυναίκας
- πρόσεχε γιατί θα σε φάει η λάμια
- (μεταφορικά) πολύ κακιά γυναίκα
- ※ Ακόμη κι αν της άρεσε, έπρεπε να το στραγγαλίσει το αίσθημα και να πάρει τα πόδια της να τσακιστεί η λάμια. Η αντροχωρίστρα. Τον άντρα της αδελφής της , το πουταναριό. Θυμωμένη, έξαλλη σαν σκύλα, μπήκε στην κουζίνα και την πλάκωσε στο ξύλο. Η άλλη μαζεμένη το δεχόταν, γιατί ήξερε πως ήταν δίκαιο (Ευγενία Φακίνου, Τυφλόμυγα, εκδ. Καστανιώτη, 2000)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Λάμια στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λάμια
|
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | λάμιᾰ | αἱ | λάμιαι |
| γενική | τῆς | λαμίᾱς | τῶν | λαμιῶν |
| δοτική | τῇ | λαμίᾳ | ταῖς | λαμίαις |
| αιτιατική | τὴν | λάμιᾰν | τὰς | λαμίᾱς |
| κλητική ὦ! | λάμιᾰ | λάμιαι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | λαμίᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | λαμίαιν | ||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'βοήθεια' όπως «βοήθεια» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λάμια < αβέβαιη ετυμολογία.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λάμια θηλυκό
- (θαλάσσιο ζώο) είδος καρχαρία
Πηγές
[επεξεργασία]- λάμια - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μυθολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'βοήθεια' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βοήθεια' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Θαλάσσια ζώα (αρχαία ελληνικά)
- Ζώα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)