λέμβαρχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λέμβαρχος λέμβαρχοι
γενική λεμβάρχου
& λέμβαρχου
λεμβάρχων
& λέμβαρχων
αιτιατική λέμβαρχο λεμβάρχους
& λέμβαρχους
κλητική λέμβαρχε λέμβαρχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λέμβαρχος < λέμβος + -αρχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λέμβαρχος αρσενικό

  1. (ναυτικός όρος): υπαξιωματικός υπεύθυνος λέμβου και προϊστάμενος των κωπηλατών της
  2. ο χειριστής μηχανοκίνητης λέμβου, αντί του όρου κυβερνήτης

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]