λαγουδάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαγουδάκι < υποκοριστικό του λαγός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαγουδάκι ουδέτερο

  1. ένας μικρής ηλικίας λαγός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]