λιγκατούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Λιγκατούρες ελληνικών γραμμάτων

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιγκατούρα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιγκατούρα θηλυκό

  1. (τυπογραφία), (γραφή) σύμπλεγμα, συνένωση δύο ή περισσοτέρων γραμμάτων σε ένα (βλ. γλύφος), ώστε να μοιάζει με χειρόγραφο
    Δείτε επίσης: Σύμπλεγμα (τυπογραφία) και Ελληνικά τυπογραφικά συμπλέγματα στην Βικιπαίδεια
  2. (μουσική) σημάδι που ενώνει δύο νότες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]