χειρόγραφο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χειρόγραφο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου χειρόγραφος. Δείτε χειρό-, -γραφο
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /çiˈɾo.ɣɾa.fo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χει‐ρό‐γρα‐φο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]
χειρόγραφο ουδέτερο
- κείμενο που έχει γραφτεί με το χέρι
- πρωτότυπο έγγραφο από το χέρι του συγγραφέα
- ※ ποτέ οι πωλήσεις των βιβλίων μου δεν ξεπερνούσαν το φράγμα της πρώτης, άντε το πολύ της δεύτερης έκδοσης. «Μη στενοχωριέσαι. Είναι γιατί είσαι ιδιαίτερος συγγραφέας. Σε διαβάζουν λίγοι αλλά εκλεκτοί ... » Με τέτοια με παρηγορούσε ο μπαγάσας. Ήταν από τους δυο τρεις που έβγαινα για ποτό και που εμπιστευόμουν τα χειρόγραφα να ακούσω τη γνώμη τους. (Κώστας Ακριβός, Γάλα Μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
- ※ είχε στίβες ολόκληρες από χειρόγραφα στο δωμάτιό του. Πολύ λίγα απ΄ αυτά δημοσιεύθηκαν και τα άλλα είναι ζήτημα αν σώζωνται πουθενά, ή αν τα πρόσφερε ο ίδιος θυσία στον Ήφαιστο, πριν προσφέρει τον εαυτό του θυσία στον Ποσειδώνα (Παύλος Νιρβάνας, Ένας ουτοπιστής ελληνολάτρης, Για τον Περικλή Γιαννόπουλο) (σ.σ. Ο Περικλής Γιαννόπουλος έκαψε τα χειρόγραφά του - εκεί παραπέμπει η «θυσία στον Ήφαιστο» του κειμένου - και στη συνέχεια αυτοκτόνησε και έπεσε στη θάλασσα - εκεί παραπέμπει η «θυσία στον Ποσειδώνα») του κειμένου
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χειρόγραφο
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]χειρόγραφο
- (αρσενικό) αιτιατική ενικού του χειρόγραφος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χειρόγραφος
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα χειρό- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -γραφο (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)