χειρόγραφο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χειρόγραφο χειρόγραφα
γενική χειρογράφου χειρογράφων
αιτιατική χειρόγραφο χειρόγραφα
κλητική χειρόγραφο χειρόγραφα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειρόγραφο < ουδέτερο του χειρόγραφος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /çi.ˈɾɔ.ɣɾa.fɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ένα χειρόγραφο

χειρόγραφο ουδέτερο

  1. κείμενο που έχει γραφτεί με το χέρι
  2. πρωτότυπο έγγραφο από το χέρι του συγγραφέα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]