μάρσιπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : μάρσιππος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάρσιπος μάρσιποι
γενική μαρσίπου μαρσίπων
αιτιατική μάρσιπο μαρσίπους
κλητική μάρσιπε μάρσιποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μάρσιπος < αρχαία ελληνική μάρσιππος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μάρσιπος αρσενικό

  1. (ζωολογία) μικρός θύλακας ο οποίος βρίσκεται στο σώμα μερικών θηλαστικών και τον χρησιμοποιούν για να τοποθετούν τα μικρά τους ώστε να τα μεταφέρουν με ευκολία
  2. σάκος που κρεμιέται στην πλάτη ή το στήθος και χρησιμοποιείται από τους ανθρώπους για τη μεταφορά των μωρών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]