Μετάβαση στο περιεχόμενο

μάσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μάσα οι μάσες
      γενική της μάσας των μασών
    αιτιατική τη μάσα τις μάσες
     κλητική μάσα μάσες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μάσα < μασώ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μάσα θηλυκό

  1. (λαϊκότροπο) το φαγητό, το φαΐ
      Οι παραθεριστές απολάμβαναν την θάλασσα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο με κάθε δυνατό τρόπο. Απ’ το πρωινό τους μπάνιο στα κρυστάλλινα γαληνεμένα νερά και την μεσημβρινή μάσα και βόλτα πλατσουρίζοντας στο κυμοθάλασσο, ως το απογευματινό κολύμπι στο ηλιοβασίλεμα και τον περίπατο στην ακρογιαλιά (Γιάννης Παπαθανασίου, Καλοκαίρι. Το χρονικό μιάς Απρόσμενης Αναμέτρησης, Α' μέρος, τ.272, Περιοδικό Ψάρεμα, ανακτήθηκε στις 25/1/2026 )
  2. (λαϊκότροπο) το κέρδος από κάποια δουλειά, συνήθως παράνομη

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

μάσα

  1. β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής του ενεστώτα του ρήματος μασάω