Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαφία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαφία οι μαφίες
      γενική της μαφίας των (μαφιών)
    αιτιατική τη μαφία τις μαφίες
     κλητική μαφία μαφίες
Κατηγορία όπως «νότα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
"NO MAFIA" «ΟΧΙ ΣΤΗ ΜΑΦΙΑ», κτίριο από το οποίο πυροδοτήθηκε βόμβα της μαφίας στο Καπάτσι της Σικελίας για να δολοφονηθεί ο δικαστής Τζιοβάννι Φαλκόνε το 1992

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαφία < αγγλική Mafia < σικελική mafia < αραβική

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μαφία θηλυκό

  1. εγκληματική οργάνωση με ρίζες στη Σικελία που δρα στις ΗΠΑ
  2. άλλης εθνικότητας εγκληματική οργάνωση
    η ρωσική μαφία
  3. (μεταφορικά) ένας κύκλος προσώπων που δρα παράνομα στο εσωτερικό ενός οργανισμού
  4. (μεταφορικά) ένα άτομο με μεγάλη εξυπνάδα και ικανότητα
    μεγάλη μαφία ο Δημητράκης!

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]