μελάνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελάνη < μέλας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μελάνη θηλυκό (πληθυντικός μελάνες)

  1. χρωματιστή υγρή ουσία που χρησιμοποιείται στη γραφή, στην τυπογραφία, στη σχεδίαση, στη ζωγραφική και αλλού

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]