μηλολόνθη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μηλολόνθη < αρχαία ελληνική μηλολόνθη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]
μηλολόνθη θηλυκό
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
μηλολόνθη στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μηλολόνθη
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | μηλολόνθη | αἱ | μηλολόνθαι |
| γενική | τῆς | μηλολόνθης | τῶν | μηλολονθῶν |
| δοτική | τῇ | μηλολόνθῃ | ταῖς | μηλολόνθαις |
| αιτιατική | τὴν | μηλολόνθην | τὰς | μηλολόνθᾱς |
| κλητική ὦ! | μηλολόνθη | μηλολόνθαι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | μηλολόνθᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | μηλολόνθαιν | ||
| 1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'βελόνη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μηλολόνθη < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μηλολόνθη θηλυκό
- (έντομο) ο σκαραβαίος, χρυσοκάνθαρος
- (παιχνίδι) παιδικό παιχνίδι όπου ακινητοποιούσαν με κλωστή ή με καρφίτσα μια χρυσόμυγα, την έδεναν με το λίνον, και έπειτα, κρατώντας την άλλη άκρη, την άφηναν να πετάξει.
Πηγές
[επεξεργασία]- μηλολόνθη - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- μηλολόνθη - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Έντομα (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'γνώμη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'βελόνη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βελόνη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Έντομα (αρχαία ελληνικά)
- Ζώα (αρχαία ελληνικά)
- Παιχνίδια (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)