μπαλωθιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαλωθιά < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπαλωθιά θηλυκό

  1. πυροβολισμός, συχνά άσφαιρος, στον αέρα κατά τον εορτασμό κάποιου χαρμόσυνου γεγονότος

στην Κρήτη βαράνε μπαλωθιές στη γέννηση αγοριού

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]