μπαξές

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαξές μπαξέδες
γενική μπαξέ μπαξέδων
αιτιατική μπαξέ μπαξέδες
κλητική μπαξέ μπαξέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαξές < από το οθωμανική τουρκική باغچه (bâğçe) ( > τουρκική bahçe, κήπος) < περσική باغچه (bâghče), باغ (bâgh).

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπαξές αρσενικό ή και μπαχτσές

  • Ο κήπος, το περιβόλι.
  • το ποτιστικό χωράφι που καλλιεργείται με λαχανικά χωρίς δένδρα ή με πολύ ελάχιστο αριθμό (στη ναξιακή διάλεκτο}

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]