μπιελάρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: μπιέλα

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπιελάρ < (άμεσο δάνειο) αγγλική blr < beyond local repair[1] (πέραν τοπικής επισκευής, χρειάζεται εργοστασική επισκευή)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈbi.elˈaɾ/

Επίθετο[επεξεργασία]

μπιελάρ[2] άκλιτο (οικείο)

  1. για μηχάνημα που έχει βλάβη που δεν επιδέχεται επισκευής επί τόπου
  2. (μεταφορικά) για άτομο που έχει εξαντληθεί, τρελαθεί
     συνώνυμα: κρεπαρισμένος, κατάκοπος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «μπιελάρ» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Ως επίρρημα στο Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)