μυῖα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Μυία, μυία

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική αἱ
      γενική τῆς μυᾱς τῶν
      δοτική τῇ μυ ταῖς
    αιτιατική τὴν τὰς
     κλητική !
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ 
γεν-δοτ τοῖν 
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μυῖα < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *mu- / mew-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μυῖα θηλυκό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]