νανοσωλήνας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νανοσωλήνας νανοσωλήνες
γενική νανοσωλήνα νανοσωλήνων
αιτιατική νανοσωλήνα νανοσωλήνες
κλητική νανοσωλήνα νανοσωλήνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νανοσωλήνας < νανο- + σωλήνας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νανοσωλήνας θηλυκό

  • (νεολογισμός) πολύ λεπτός σωλήνας (στην κλίμακα του νανομέτρου)
    Τρομερά λεπτές διαμαντένιες νανοκλωστές κατάφεραν για πρώτη φορά να δημιουργήσουν αμερικανοί επιστήμονες. Το νέο υλικό αναμένεται να έχει εντυπωσιακές ιδιότητες, όπως μεγαλύτερη δύναμη και ακαμψία σε σχέση με τους σημερινούς νανοσωλήνες και τα πολυμερή υλικά, ενώ παράλληλα θα είναι και πολύ ελαφρύ. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]