ντους

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ένα ντους (συσκευή)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντους < γαλλική douche < ιταλική doccia

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈduz/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντους και ντουζ ουδέτερο άκλιτο

  1. συσκευή στην οποία εκτοξέυεται νερό με πίεση για το πλύσιμο του σώματος κάποιου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: καταιονητήρας
  2. το πλύσιμο του σώματος, το μπάνιο, καταιόνηση, καταιονισμός
    Επειδή σήμερα ίδρωσα πολύ, θα κάνω ένα ντους.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]