ξάσμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξάσμα < αρχαία ελληνική ξάσμα < ξαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξάσμα ουδέτερο

  1. το προϊόν του ξασίματος, το λαναρισμένο έριο
  2. παλιότερα, ήταν η ποσότητα ξασμένης καννάβεως που χρειαζόταν ο σχοινοπλόκος για να πλέξει σχοινί και που την στερέωνε στη μέση του

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]