ξερότοπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ξερότοπος οι ξερότοποι
      γενική του ξερότοπου των ξερότοπων
    αιτιατική τον ξερότοπο τους ξερότοπους
     κλητική ξερότοπε ξερότοποι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξερότοπος < ξερός + τόπος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξερότοπος αρσενικό

  1. άγονο μέρος, χωρίς βλάστηση και πιθανόν με λίγο νερό, όχι όμως και έρημος
    Η Κόλαση λέγουν πως είναι φοβερός και τρομερός ξερότοπος. Εκεί ποτέ δεν βρέχει, χλόη δεν φυτρώνει, πουλί πετάμενο δεν διαβαίνει (Λόγια της Πλώρης, Καρκαβίτσας)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]