οικογενειάρχης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οικογενειάρχης < οικογένεια + -άρχης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οικογενειάρχης αρσενικό

  • ο άντρας που επωμίζεται όλες τις ευθύνες που συνεπάγεται η οικογένεια και η ανατροφή των παιδιών

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]