παλάγκο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παλάγκο παλάγκα
γενική παλάγκου παλάγκων
αιτιατική παλάγκο παλάγκα
κλητική παλάγκο παλάγκα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλάγκο < (αντιδάνειο) ιταλική palangο < νεολατινική palanca < αρχαία ελληνική φάλαγξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παλάγκο ουδέτερο

  1. μηχανισμός με τροχαλίες που χρησιμοποιείται στα πλοία για φορτοεκφορτώσεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]