παλιόσπιτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παλιόσπιτο παλιόσπιτα
γενική παλιόσπιτου παλιόσπιτων
αιτιατική παλιόσπιτο παλιόσπιτα
κλητική παλιόσπιτο παλιόσπιτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλιόσπιτο < παλιο- + σπίτι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παλιόσπιτο ουδέτερο

  1. σπίτι (κτίσμα) σε κακή κατάσταση λόγω παλαιότητας ή εγκατάλειψης
  2. (μεταφορικά) πορνείο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]