παρανυχίδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παρανυχίδα παρανυχίδες
γενική παρανυχίδας παρανυχίδων
αιτιατική παρανυχίδα παρανυχίδες
κλητική παρανυχίδα παρανυχίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρανυχίδα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρανυχίδα και παρωνυχίδα θηλυκό

  1. δερματικό εξόγκωμα που δημιουργείται στο πλάι, και συνήθως κοντά στη βάση, του νυχιού


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]