πινακίδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πινακίδα πινακίδες
γενική πινακίδας πινακίδων
αιτιατική πινακίδα πινακίδες
κλητική πινακίδα πινακίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πινακίδα < αρχαία ελληνική πινακίς υποκορ. του πίναξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πινακίδα θηλυκό

  1. ορθογώνιο παραλληλόγραμμο [συνήθως μικρού πάχους στην τρίτη διάσταση] που επιτελεί κάποια χρήση (συμβολικό σήμα, υλικό αντικείμενο, τυπωμένος ή εγχάρακτος πίνακας κτλ)
    • (στην ουσία ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο, όμως δεν αναφερόμαστε συνήθως στην τρίτη του διάσταση)
    • παρόμοιας χρήσης αντικείμενο που δεν είναι ορθογώνιο παραλληλόγραμμο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]