ποζάρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποζάρω < ιταλική posare

Ρήμα[επεξεργασία]

ποζάρω

  1. παραμένω ακίνητος σύμφωνα με τις οδηγίες ενός φωτογράφου ή ενός ζωγράφου


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. ποζάρω πόζαρα θα ποζάρω να ποζάρω ποζάροντας
β' ενικ. ποζάρεις πόζαρες θα ποζάρεις να ποζάρεις πόζαρε
γ' ενικ. ποζάρει πόζαρε θα ποζάρει να ποζάρει
α' πληθ. ποζάρουμε ποζάραμε θα ποζάρουμε να ποζάρουμε
β' πληθ. ποζάρετε ποζάρατε θα ποζάρετε να ποζάρετε ποζάρετε
γ' πληθ. ποζάρουν(ε) πόζαραν
ποζάραν(ε)
θα ποζάρουν(ε) να ποζάρουν(ε)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]