Μετάβαση στο περιεχόμενο

πολυδιψία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πολυδιψία οι πολυδιψίες
      γενική της πολυδιψίας
    αιτιατική την πολυδιψία τις πολυδιψίες
     κλητική πολυδιψία πολυδιψίες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πολυδιψία < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πολυδιψία θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]