προσάραξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσάραξη < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προσάραξη θηλυκό

  • πρόσκρουση πλοίου σε ξέρα ή στον βυθό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]