πόκα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | πόκα | οι | πόκες |
| γενική | της | πόκας | των | (ποκών) |
| αιτιατική | την | πόκα | τις | πόκες |
| κλητική | πόκα | πόκες | ||
| Κατηγορία όπως «νότα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πόκα < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πόκα θηλυκό
- Άλλη ονομασία για το πόκερ.