ρέβω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

*ρέβω < αρχαία ελληνική ῥέωδείτε τη λέξη έρεψα. Η ορθογραφία συγχέεται συχνά με το ρήμα ρεύομαι (χωρίς ενεργητική φωνή)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɾɛ.vɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

*ρέβω: ο ενεστώτας δεν χρησιμοποιείται, στ.μέλλ.: θα ρέψω, αόρ.: έρεψα

  1. καταρρέω, ερειπώνομαι
  2. επί προσώπου καταβάλλομαι, εξαντλούμαι σωματικά

Μεταφράσεις[επεξεργασία]