σερίνη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σερίνη < διεθνές sericin (πρωτεΐνη μεταξιού από την οποία απομονώθηκε αρχικά η σερίνη) < λατινική sericum (μετάξι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Συντακτικός τύπος Σερίνης.

σερίνη θηλυκό

  • (βιολογία): ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη.
  • (βιοχημεία): Πολικό και αφόρτιστο αμινοξύ. Μη απαραίτητο αμινοξύ με τύπο HO-CH2-CH(NH2)-COOH και σύμβολο Ser ή S. Είναι το ένα από τα δύο υδροξυλικά αμινοξέα. Διαφέρει από την αλανίνη στο ότι η μεθυλομάδα αντικαθίσταται από υδροξυλομάδα. Επιπλέον είναι ιδιαίτερα υδροφιλική και έχει την τάση σχηματισμού δεσμών υδρογόνου.
Το μετάξι είναι μια εξαιρετικά πλούσια πηγή σερίνης.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]