σημειογραφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σημειογραφία οι σημειογραφίες
      γενική της σημειογραφίας των σημειογραφιών
    αιτιατική τη σημειογραφία τις σημειογραφίες
     κλητική σημειογραφία σημειογραφίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σημειογραφία < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σημειογραφία θηλυκό

  • σύμβολα-χαρακτήρες ενός φορμαλισμού-μηχανισμού - ενός γνωστικού πεδίου (λεκτική, μαθηματική, κβαντική μηχανική, μουσική, ντραμιστική σημειογραφία)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]