σιγκούνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σιγκούνι τα σιγκούνια
      γενική του σιγκουνιού των σιγκουνιών
    αιτιατική το σιγκούνι τα σιγκούνια
     κλητική σιγκούνι σιγκούνια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. σιγκούνι < (άμεσο δάνειο) αλβανική shegune
  2. σιγκούνι < (άμεσο δάνειο) γαλλική sequin < ιταλική zecchino, zecca (μέντα) < αραβική سكّة (σίκα)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σιγκούνι ουδέτερο

  1. (ενδυμασία) (ιδιωματικό) (παρωχημένο) άλλη μορφή του σεγκούνι
  2. (οικονομία) ενετικό νόμισμα, το οποίο, επί ενετοκρατίας/τουρκοκρατίας, χρησιμοποιούνταν ως διακοσμητικό των γιορτινών γυναικείων φορεμάτων

Μεταφράσεις[επεξεργασία]