σκοπάνθρωπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκοπάνθρωπος < σκοπιά + άνθρωπος.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκοπάνθρωπος αρσενικό

  • (στρατιωτική αργκό) Ο σκοπός. Αυτός που φυλάει σκοπιά (συνήθως ιδιαίτερα συχνά).
Εγώ δεν είμαι άνθρωπος. Είμαι σκοπάνθρωπος!