σμυριδεργάτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σμυριδεργάτης οι σμυριδεργάτες
      γενική του σμυριδεργάτη των σμυριδεργατών
    αιτιατική τον σμυριδεργάτη τους σμυριδεργάτες
     κλητική σμυριδεργάτη σμυριδεργάτες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σμυριδεργάτης < σμύριδα + εργάτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σμυριδεργάτης αρσενικό

  1. που εργάζεται σε σμυριδορυχείο ή στις εγκαταστάσεις μεταφοράς και της σμύριδας

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]