σμυριδεργάτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σμυριδεργάτης < σμύριδα + εργάτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σμυριδεργάτης αρσενικό

  1. γενικά αυτός που εργάζεται σε σμυριδορυχείο και στις εγκαταστάσεις μεταφοράς ή επεξεργασίας αν υφίστανται τέτοιες.

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • στην Ελλάδα σμυριδεργάτες υπάρχουν μόνο στη Νάξο, από τουρκοκρατίας, αποτελώντας έτσι τοπικό καθαρά ανδρικό επάγγελμα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]