σομιές

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σομιές σομιέδες
γενική σομιέ σομιέδων
αιτιατική σομιέ σομιέδες
κλητική σομιέ σομιέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σομιές < γαλλική sommier

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sɔ.ˈmɲɛs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σομιές και σουμιές αρσενικό

  1. το δικτυωτό συρμάτινο πλέγμα ενός κρεβατιού, πάνω στο οποίο ακουμπά το στρώμα
  2. οι σούστες ενός καναπέ ή καθίσματος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]