σουπερμάρκετ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σουπερμάρκετ < αγγλική supermarket

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σουπερμάρκετ ουδέτερο άκλιτο

  • μεγάλο κατάστημα λιανικής πώλησης τροφίμων και ειδών για το σπίτι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]