στόχαστρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στόχαστρο στόχαστρα
γενική στοχάστρου
& στόχαστρου
στοχάστρων
& στόχαστρων
αιτιατική στόχαστρο στόχαστρα
κλητική στόχαστρο στόχαστρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στόχαστρο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στόχαστρο ουδέτερο

  1. οπτικό όργανο σε πυροβόλο όπλο για στόχευση ακριβείας
  2. (μεταφορικά)
    στο στόχαστρο της δικαιοσύνης οι οικονομικές ατασθαλίες στο Δημόσιο

32πχ Μεταφράσεις[]