σχολαστικισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σχολαστικισμός σχολαστικισμοί
γενική σχολαστικισμού σχολαστικισμών
αιτιατική σχολαστικισμό σχολαστικισμούς
κλητική σχολαστικισμέ σχολαστικισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σχολαστικισμός < σχολαστικός + -ισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σχολαστικισμός αρσενικό

  1. η εμμονή στους τύπους και τις λεπτομέρειες (και όχι στην ουσία), ιδιαίτερα όσον αφορά σε γλωσσικά ζητήματα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]