τραυλίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τραυλίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τραυλίζω[1][2]. Συγχρονικά αναλύεται σε τραυλ(ός) + -ίζω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /tɾaˈvli.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τραυ‐λί‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]τραυλίζω (μεταβατικό και αμετάβατο), πρτ.: τραύλιζα, απαρ.: τραυλίσει, στ.μέλλ.: θα τραυλίσω, αόρ.: τραύλισα
- (ιατρική) πάσχω από τραυλισμό
Είναι βραδύγλωσσος και τραυλίζει.- ≈ συνώνυμα: κεκεδίζω, κομπιάζω
- (κατ’ επέκταση) δυσκολεύομαι περιστασιακά να βρω τις κατάλληλες λέξεις ή να εκφέρω λόγο, κυρίως εξαιτίας συναισθηματικής έντασης
- (σπάνιο, μεταφορικά) μιλάω χαμηλόφωνα, συνήθως τρεμουλιάζοντας και κομπιάζοντας
Συγγενικά
[επεξεργασία]- τραύλισμα
- τραυλισμός
- → δείτε τη λέξη τραυλός
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | τραυλίζω | τραύλιζα | θα τραυλίζω | να τραυλίζω | τραυλίζοντας | |
| β' ενικ. | τραυλίζεις | τραύλιζες | θα τραυλίζεις | να τραυλίζεις | τραύλιζε | |
| γ' ενικ. | τραυλίζει | τραύλιζε | θα τραυλίζει | να τραυλίζει | ||
| α' πληθ. | τραυλίζουμε | τραυλίζαμε | θα τραυλίζουμε | να τραυλίζουμε | ||
| β' πληθ. | τραυλίζετε | τραυλίζατε | θα τραυλίζετε | να τραυλίζετε | τραυλίζετε | |
| γ' πληθ. | τραυλίζουν(ε) | τραύλιζαν τραυλίζαν(ε) |
θα τραυλίζουν(ε) | να τραυλίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | τραύλισα | θα τραυλίσω | να τραυλίσω | τραυλίσει | ||
| β' ενικ. | τραύλισες | θα τραυλίσεις | να τραυλίσεις | τραύλισε | ||
| γ' ενικ. | τραύλισε | θα τραυλίσει | να τραυλίσει | |||
| α' πληθ. | τραυλίσαμε | θα τραυλίσουμε | να τραυλίσουμε | |||
| β' πληθ. | τραυλίσατε | θα τραυλίσετε | να τραυλίσετε | τραυλίστε | ||
| γ' πληθ. | τραύλισαν τραυλίσαν(ε) |
θα τραυλίσουν(ε) | να τραυλίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω τραυλίσει | είχα τραυλίσει | θα έχω τραυλίσει | να έχω τραυλίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις τραυλίσει | είχες τραυλίσει | θα έχεις τραυλίσει | να έχεις τραυλίσει | ||
| γ' ενικ. | έχει τραυλίσει | είχε τραυλίσει | θα έχει τραυλίσει | να έχει τραυλίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε τραυλίσει | είχαμε τραυλίσει | θα έχουμε τραυλίσει | να έχουμε τραυλίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε τραυλίσει | είχατε τραυλίσει | θα έχετε τραυλίσει | να έχετε τραυλίσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν τραυλίσει | είχαν τραυλίσει | θα έχουν τραυλίσει | να έχουν τραυλίσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ τραυλίζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ τραυλίζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ίζω (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)