Μετάβαση στο περιεχόμενο

τραυλίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τραυλίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τραυλίζω[1][2]. Συγχρονικά αναλύεται σε τραυλ(ός) + -ίζω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tɾaˈvli.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τραυλίζω

τραυλίζω (μεταβατικό και αμετάβατο), πρτ.: τραύλιζα, απαρ.: τραυλίσει, στ.μέλλ.: θα τραυλίσω, αόρ.: τραύλισα

  1. (ιατρική) πάσχω από τραυλισμό
    παράδειγμα Είναι βραδύγλωσσος και τραυλίζει.
     συνώνυμα: κεκεδίζω, κομπιάζω
  2. (κατ’ επέκταση) δυσκολεύομαι περιστασιακά να βρω τις κατάλληλες λέξεις ή να εκφέρω λόγο, κυρίως εξαιτίας συναισθηματικής έντασης
     συνώνυμα: μπερδεύω τα λόγια μου, μπερδεύω την γλώσσα μου
  3. (σπάνιο, μεταφορικά) μιλάω χαμηλόφωνα, συνήθως τρεμουλιάζοντας και κομπιάζοντας
     συνώνυμα: μουρμουρίζω, ψελλίζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. τραυλίζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. τραυλίζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)