τρουλίσκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρουλίσκος < τρούλος + κατάληξη υποκοριστικού -ίσκος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρουλίσκος αρσενικό

  1. (αρχιτεκτονική) μικρός τρούλος, συχνά σε κτίσμα που έχει και έναν μεγαλύτερο τρούλο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]