τυχαία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυχαία < τυχαίος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ti.ˈçɛ.a/

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

τυχαία

  1. κατά τυχαίο τρόπο, στην τύχη
    διαλέξαμε τυχαία έναν από αυτούς που ήρθαν στη συνέντευξη
  2. χωρίς να το περιμένω, κατά τύχη, αναπάντεχα
    συνάντησα τυχαία το Γιάννη στο δρόμο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

τυχαία