υπερακουσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπερακουσία οι υπερακουσίες
      γενική της υπερακουσίας των υπερακουσιών
    αιτιατική την υπερακουσία τις υπερακουσίες
     κλητική υπερακουσία υπερακουσίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερακουσία < υπερ- + ακούω + -ία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπερακουσία θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]