Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπνοφοβία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπνοφοβία οι υπνοφοβίες
      γενική της υπνοφοβίας των υπνοφοβιών
    αιτιατική την υπνοφοβία τις υπνοφοβίες
     κλητική υπνοφοβία υπνοφοβίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπνοφοβία < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υπνοφοβία θηλυκό

  • ο υπερβολικός και ανεξέλεγκτος φόβος για τον ύπνο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]