υπονόμευση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | υπονόμευση | οι | υπονομεύσεις |
| γενική | της | υπονόμευσης* | των | υπονομεύσεων |
| αιτιατική | την | υπονόμευση | τις | υπονομεύσεις |
| κλητική | υπονόμευση | υπονομεύσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, υπονομεύσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπονόμευση < υπονομεύ(ω) + -ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπονόμευση θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπονομεύω
- ※ αν στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης το καραμανλικό σχήμα περί «αριστεροχουντισμού» (που καταγγέλθηκε τότε πάνδημα σαν ασύγγνωστη τερατολογία) απέβλεπε κυρίως στον στιγματισμό και την υπονόμευση μιας Αριστεράς που μειοψηφούσε μεν συντριπτικά στο Κοινοβούλιο αλλά κυριαρχούσε αριθμητικά στο πεζοδρόμιο. (Χωροταξικός «αριστεροχουντισμός», 16/07/23, efsyn.gr )