υποτονία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υποτονία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική hypotonie < αρχαία ελληνική ὑπό + τόνος < τείνω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υποτονία θηλυκό
- (ιατρική) παθολογικά μειωμένη τάση ή πίεση σε ιστούς ή όργανα, συνήθως αναφερόμενη στον μυϊκό τόνο ή την αρτηριακή πίεση
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Hypotonia στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)