υστερολογία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υστερολογία < ύστερος και λόγος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υστερολογία θηλυκό
- αυτά που λέγονται μετά το πέρας της συζήτησης
- το πρωθύστερο σχήμα λόγου.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υστερολογία
|
|