υφαντουργός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υφαντουργός οι υφαντουργοί
      γενική του υφαντουργού των υφαντουργών
    αιτιατική τον υφαντουργό τους υφαντουργούς
     κλητική υφαντουργέ υφαντουργοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υφαντουργός < υφαντό + έργο + ς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υφαντουργός αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο παραγωγός υφασμάτων


Μεταφράσεις[επεξεργασία]