υφασματέμπορος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υφασματέμπορος υφασματέμποροι
γενική υφασματεμπόρου
& υφασματέμπορου
υφασματεμπόρων
& υφασματέμπορων
αιτιατική υφασματέμπορο υφασματεμπόρους
& υφασματέμπορους
κλητική υφασματέμπορε υφασματέμποροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υφασματέμπορος < ύφασμα + έμπορος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υφασματέμπορος αρσενικό

  1. ο έμπορος υφασμάτων

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]