φατσούλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φατσούλα φατσούλες
γενική φατσούλας φατσούλων
αιτιατική φατσούλα φατσούλες
κλητική φατσούλα φατσούλες
η γενική του πληθυντικού είναι δύσχρηστη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φατσούλα < φάτσα + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φατσούλα θηλυκό

  1. υποκοριστικό του: φάτσα
  2. (ειδικότερα) χαϊδευτικό για ανθρώπινο πρόσωπο που κάνει αστεϊσμούς ή γκριμάτσες κλπ.
  3. Πρότυπο:πληρ εικονοχαρακτήρες προσώπου η οποία συνήθως απεικονίζει συναίσθημα
    • τυποποιημένοι (έτοιμοι) ή συντεθειμένοι/συνιστάμενοι/συγκροτημένοι από κοινούς χαρακτήρες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε φάτσα