φούσκωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φούσκωση < φουσκώνω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φούσκωση θηλυκό

  1. δυσφορία από το γαστρεντερικό σύστημα, είτε από το στομάχι είτε από το έντερο
  2. φούσκωμα, πρήξιμο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]