χαβάνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαβάνι χαβάνια
γενική χαβανιού χαβανιών
αιτιατική χαβάνι χαβάνια
κλητική χαβάνι χαβάνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαβάνι < τουρκική havan < περσική هاون (hāvan, γουδί)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαβάνι ουδέτερο

  1. ορειχάλκινο γουδί για το κοπάνισμα ξηρών καρπών, των καβουρδισμένων κόκκων του καφέ κλπ (και από πέτρα ή μάρμαρο ειδικά γαι τον καφέ παλιότερα)
  2. όργανο με το οποίο ψιλοκοβόταν παλιά ο καπνός για να φτιαχτούν τσιγάρα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]